αναμορφωτής


αναμορφωτής
[анаморфотис] ουσ. а. преобразователь, реформатор.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναμορφωτής" в других словарях:

  • ἀναμορφωτής — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναμορφωτής — ο (Α ἀναμορφωτής) (Ν θηλ. ώτρια) αυτός που επιφέρει αναμόρφωση*, που αναμορφώνει αρχ. κατά τον Ησύχιο «ειδοποιός». [ΕΤΥΜΟΛ. < αναμορφώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στον γιατρό και φιλόλογο Περ. Βέγια] …   Dictionary of Greek

  • αναμορφωτής — ο θηλ. ώτρια αυτός που αναμορφώνει: Ο Κεμάλ Ατατούρκ ήταν ο αναμορφωτής της νέας Τουρκίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακαινιστής — ο (Α ἀνακαινιστής) (Ν και θηλ. ίστρια) νεοελλ. 1. (για κτήρια) αυτός που ανακαινίζει, που επισκευάζει, επιδιορθώνει ή ανανεώνει 2. μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής αρχ. αυτός που κάνει κάτι να αναβιώσει, να ξαναζωντανέψει, ο αναγεννητής. [ΕΤΥΜΟΛ. < …   Dictionary of Greek

  • αναμορφώνω — (Α ἀναμορφῶ, όω) σχηματίζω εκ νέου, δίνω νέα μορφή σε κάτι τροποποιώντας μερικά ή όλα τα σημεία του, ανασχηματίζω, μεταμορφώνω, ανακαινίζω (Εκκλ.) αναζωογονώ ηθικά ή πνευματικά, αναγεννώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + μορφῶ, μορφώνω. ΠΑΡ. αναμόρφωση (… …   Dictionary of Greek

  • ανορθωτής — Συσκευή, χωρίς κινούμενα όργανα, που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή του εναλλασσόμενου ρεύματος σε κυματόρευμα μιας κατεύθυνσης και εκμεταλλεύεται γι’ αυτό την ιδιότητα ενός στοιχείου (ανορθωτικό στοιχείο) να επιτρέπει τη διέλευση του ρεύματος… …   Dictionary of Greek

  • μεταρρυθμιστής — ο, θηλ. ίστρια 1. αυτός που μεταρρυθμίζει, αυτός που εφαρμόζει ή επιφέρει μεταρρυθμίσεις προς το καλύτερο, αναδιοργανωτής, αναμορφωτής 2. αυτός που ανήκει στη θρησκευτική κίνηση τής Μεταρρύθμισης 3. ως κύριο όν. συν. στον πληθ. οι Μεταρρυθμιστές… …   Dictionary of Greek

  • Άβλιχος, Μικέλης — (Ληξούρι 1844 – Αργοστόλι 1917).Σατιρικός ποιητής, από τους τελευταίους εκπροσώπους της Επτανησιακής σχολής. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Κεφαλονιά και μετά ταξίδεψε στην Ελβετία όπου σπούδασε νομικά και… …   Dictionary of Greek

  • Αγαθοδαίμων — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Πανάρχαιος αναμορφωτής και αρχηγός θρησκείας, ιδρυτής μυστηρίων,δηλαδή απόκρυφης λατρείας. Τον θεωρούν ιστορικό πρόσωπο μόνο οι αποκρυφιστές, ενώ οι κριτικοί τον ταυτίζουν με τον θεό Αγαθοδαίμονα της μυθολογίας (βλ …   Dictionary of Greek

  • ακουαφόρτε — I (ιταλ. acquaforte,γαλλ. eau forte). Ειδική μέθοδος χαρακτικής σε μέταλλο. Ονομάζεται επίσης α. και το έργο που έχει εκτελεστεί με τη μέθοδο αυτή. Στην α. οι γραμμές είναι σαφέστατα διαχωρισμένες η μία από την άλλη και μπορούν να γίνουν… …   Dictionary of Greek